"Ήθελα..."


 Μείνε. Σε παρακαλώ. Μόνο απόψε.
- Δεν… πήγε να δικαιολογηθεί.
Είχε ήδη δέσει το κορδόνι από το αριστερό του παπούτσι και ετοιμαζόταν να δέσει και το δεξί. Έμεινε λίγο σκυμμένος με τα δάχτυλα του κοκαλωμένα λίγο πριν πιάσουν τα κορδόνια.
- Μείνε. Κοιμήσου στο κρεβάτι κι εγώ θα κοιμηθώ στον ξενώνα. Θέλω να νιώθω ότι κάποιος υπάρχει μέσα στο σπίτι , του είπα ξανά με ακόμα πιο παρακλητικό τόνο. Σε παρακαλώ. Μόνο απόψε...
      -   Εντάξει, μου είπε.
Έβγαλε τα παπούτσια του και  προχώρησε στην κρεβατοκάμαρα. Μετά από λίγο  μπήκα διστακτικά στο δωμάτιο , δήθεν ,για να πάρω σεντόνια για τον ξενώνα που θα κοιμόμουν εγώ.  Τον είδα ξαπλωμένο με το βλέμμα του καρφωμένο στο ταβάνι. Φορούσε ένα μαύρο αμάνικο φανελάκι και τα μπράτσα του φαίνονταν πολύ γυμνασμένα. Το υπόλοιπο σώμα του ήταν κρυμμένο κάτω από την κουβέρτα.  Ένιωσα σαν να τον έβλεπα πρώτη φορά. Ντράπηκα αδικαιολόγητα και άνοιξα γρήγορα την ντουλάπα. Μέσα από την χαραμάδα , ανάμεσα στους μεντεσέδες , διέκρινα το κεφάλι του να έχει στραφεί προς το μέρος μου και να παρατηρεί τους γοφούς μου. Ντράπηκα ξανά και έκλεισα γρήγορα την ντουλάπα. Βγήκα με ταχύ βήμα από το δωμάτιο ενώ η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Ήθελα-ήθελα να με σταματήσει, ήθελα να με αρπάξει, ήθελα να μου κάνει έρωτα , ήθελα να με αγκαλιάσει , ήθελα.
Ξάπλωσα στον ξενώνα, χωρίς να αλλάξω σεντόνια. Ήταν σκοτάδι. Σκοτάδι παντού.  Το κεφάλι μου βαρύ. Ήθελα να λύσω τον σφιχτό κότσο που είχα δεμένα τα μαλλιά μου αλλά δεν είχα τη δύναμη να σηκώσω το χέρι μου. Με πήρε ο ύπνος. Τα όνειρα μου ήταν γεμάτα αλλόκοτες , ασπρόμαυρες εικόνες. Ξύπνησα απότομα. «Έφυγε», σκέφτηκα τρομαγμένη και έτρεξα στο δωμάτιο. Ήταν εκεί. Τον έβλεπα να κοιμάται και συνειδητοποιούσα ότι ήταν η τελευταία φορά που θα τον έβλεπα . Έμεινα πολύ ώρα στην πόρτα παρατηρώντας κάθε σπιθαμή του προσώπου του , του σώματος του… Τον κοιτούσα. Προσπαθούσα να τον χορτάσω. Ήθελα… να σταματήσει ο χρόνος ήθελα για να μην φύγει μακριά μου. Μια απότομη κίνηση του για να αλλάξει πλευρό, με έκανε να σκύψω στο πάτωμα για να μην με δει. Τώρα ήμουν στο ίδιο ύψος με το κρεβάτι και μόλις ένα βήμα για να βρεθώ πάνω του. Μπουσουλώντας βγήκα από το δωμάτιο και καθισμένη στο πάτωμα έκλαψα βουβά.
Το ξυπνητήρι του χτύπησε κι εγώ που είχα αποκοιμηθεί στο πάτωμα τινάχτηκα όρθια και έτρεξα στον ξενώνα. Τον άκουσα να σηκώνεται, να ντύνεται και τώρα ήξερα ότι δεν υπήρχε κανένας τρόπος να τον κρατήσω. Μπήκε στην τουαλέτα, άκουγα την βρύση , το καζανάκι , ήξερα ότι οι ήχοι αυτοί , οι άλλοτε ενοχλητικοί ήχοι, τώρα σήμαναν την λήξη. Βγήκε από το μπάνιο και τα βήματα του πλησίασαν την πόρτα του ξενώνα. Έμεινα με κλειστά τα μάτια ακίνητη , προσποιούμενη ότι κοιμάμαι. Άκουσα το τρίξιμο της πόρτας που άνοιγε, τα βήματα του που πλησίαζαν το κρεβάτι στο οποίο ήμουν ξαπλωμένη. Τα χέρια του χάιδεψαν τα μαλλιά μου και με την εξωτερική πλευρά των δαχτύλων του άγγιξε ελαφριά το μάγουλο μου. Ήθελα… να ανοίξω τα μάτια μου ήθελα αλλά τα έκλεισα πιο σφιχτά για να μην τον δω να φεύγει. Επιτάχυνε το βήμα του, βγήκε από το δωμάτιο και μετά από λίγο δεν άκουγα τίποτα. Έμεινα ακίνητη. Δεν ήξερα πόση ώρα είχε περάσει , αν έφυγε ή που θα μπορούσε να βρίσκεται. Ήθελα… να σηκωθώ ήθελα , να τον βρω εκεί, να τον αγκαλιάσω και να του πω να μείνει και να μείνει, ήθελα.
Ξαφνικά άκουσα την εξώπορτα να κλείνει. Σηκώθηκα, δεν είχα δύναμη να τρέξω, με αργό βήμα γύριζα στα δωμάτια του σπιτιού. Έψαχνα κάτι. Δεν ξέρω τι.  Έφτασα στο υπνοδωμάτιο , τα φωτάκια πάνω από το κρεβάτι , ήταν ακόμα αναμμένα και το κρεβάτι ξέστρωτο. Χύθηκα μες τα σεντόνια που είχε κοιμηθεί εκείνος , άρχισα να τα μυρίζω. Χάιδευα το μαξιλάρι… ρουφούσα την μυρωδιά του. Αγκάλιασα το μαξιλάρι και κοιμήθηκα. Κοιμόμουν. Όταν ξυπνούσα πίεζα τον εαυτό μου να ξανακοιμηθεί. Δεν μου επέτρεπα να ανοίξω τα μάτια μου για κανέναν λόγο. Το φως του ήλιου διαχέονταν μέσα από τις γρίλιες. Πρέπει να ήταν μεσημέρι. Αρνούμενη να ξυπνήσω , έσφιξα δυνατότερα το μαξιλάρι και κοιμήθηκα κι άλλο.  

Ε.Μ.