Καλό μήνα!!


λουλούδι ουδέτερο, πληθυντικός λουλούδια
  1. το μέρος του φυτού που περιλαμβάνει τα όργανα αναπαραγωγής του, τα πέταλα και σέπαλα και στο οποίο αναπτύσσεται ο καρπός μετά τη γονιμοποίηση, το άνθος
    η τριανταφυλλιά έβγαλε τα πρώτα της λουλούδια
  2. ανθοφόρο φυτό
    φυτεύω λουλούδια
  3. για άνθρωπο:
    α. (μεταφορικά) αθώος, απονήρευτος
    β. (ειρωνικά) πονηρός, ανήθικος

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου