ΠΙΑΤΟ ΒΑΘΥ


Εκεί που χρόνος δεν υπάρχει,
Υπήρχε ένα πιάτο, λευκό, πορσελάνινο, μοναδικό.
Κάθε μέρα περίμενε στο τραπέζι κάποιον να το γεμίσει και κάποιον να το αδειάσει.
Και έτσι και γινόταν, κάθε μέρα και διαφορετικός, το γέμιζε με υποσχέσεις, με όρκους, με όνειρα, με λόγια, λόγια, λόγια.
Άλλα με δυο γερές κουταλιές όλα άδειαζαν.
Ξέπλεναν τα υπολείμματα, το σκούπιζαν, το γυάλιζαν και το ξανάβαζαν στο τραπέζι.
Το πιάτο περίμενε τον επόμενο, και τον επόμενο, και τον επόμενο.
Γέμιζε και άδειαζε… Γέμιζε και άδειαζε…
Όμως πότε μέχρι σήμερα δεν γέμισε με θρεπτική αγάπη.
Ανήμπορο να μετακινηθεί, περίμενε να σπάσει.
Ήταν όμως από ακριβή και σπάνια πορσελάνη φερμένη από χώρες εξωτικές.
Όσες φορές και αν  το κουτάλι χτυπούσε βίαια μέσα του, το πιάτο άντεχε, τα βαριά του χτυπήματα.
Ποιος να αδειάζει αυτήν την στιγμή το βαθύ πιάτο;
Το ξέρεις μόνο εσύ που το χρησιμοποίησες κάποτε…


ΥΣ
Τι διαλέγεις να γεμίσεις το δικό σου βαθύ πιάτο;
Και πόσο εύκολά το αδειάζεις;


Μαραγκουδάκη Δέσποινα

1 σχόλια:

Tassos Manolopoulos-Dekaristos

*ΥΓ

Δημοσίευση σχολίου