Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες Χωρίς Τέλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες Χωρίς Τέλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

«Η Δίκη του Χειμώνα»

Ήρθε ο Χειμώνας!
Εκεί που χρόνος δεν υπάρχει
Οι άνθρωποι ρωτούσαν  διαρκώς ο ένας τον άλλο:
«Γιατί ο Χειμώνας κρατάει αιώνια και το Καλοκαίρι μονάχα μια στιγμή;»
Κανένας δεν μπορούσε να δώσει μια εύστοχη απάντηση.
Έτσι αποφάσισαν πως για όλα φταίει ο Χειμώνας, που καταχράται  τον χρόνο των εποχών.
Έφτασε ο Χειμώνας στο δικαστήριο κουκουλωμένος και κρυωμένος  και κανείς δεν τον πλησίαζε, από φόβο μην κολλήσουν καμιά γρίπη.
Έφτασε και το Καλοκαίρι φορώντας μαύρα γυαλιά  και κρατώντας μια μικροσκοπική τσάντα σε σχήμα παγωτού.
 Το Φθινόπωρο και η Άνοιξη έμειναν αμέτοχη σε τούτη την υπόθεση.
Ο εισαγγελέας άρχισε  να  απαριθμεί  της κατηγορίες που είχε συλλέξει από όλους τους κατοίκους, φώναζε ,ούρλιαζε είχε βγει εκτός εαυτού.
Ήταν φανερό ότι ήταν οπαδός του καλοκαιριού. 
Σας παραθέτω μικρό μέρος από τον λόγο του.
« Εσύ Χειμώνα που αναγκάζεις τον κόσμο να τρέμει από το κρύο, αναγκάζεις τους ανθρώπους  να καθηλώνονται στο κρεβάτι με ατελείωτους θανατηφόρους ιούς, εσύ που δεν μπορεί κανείς να σε αντιμετωπίσει χωρίς να ξοδέψει μια περιουσία , που δεν μπορεί κανείς να νιώσει ελεύθερος μέσα στα βαριά και άχαρα μπουφάν,  εσύ παγωμένε και απρόσωπε, που τρομάζεις τον κόσμο με τον αέρα και τις αστραπές σου, που δημιουργείς ένα σωρό καταστροφές, με τις καταιγίδες σου εσύ, εσύ, εσύ…»
Έτσι συνέχιζε ο εισαγγελέας και όλοι άκουγαν και συμφωνούσαν μαζί του ανεβοκατεβάζοντας το κεφάλι τους  με σταθερό ρυθμό ,σ ε κάθε κατηγορία, χειροκροτούσαν και έβγαζαν επιφωνήματα  θαυμασμού.
Εκτός από έναν, το πολύχρωμο και εξωστρεφές  καλοκαίρι, που ήξερε ότι σε λίγους μήνες θα έρθει και η σειρά του, γιατί σε αυτήν την πόλη οι άνθρωποι έχουν  χτυπηθεί θανάσιμα από έναν ίο  « το ανικανοποίητο».
Ποια να ήταν η απόφαση του δικαστηρίου το ξέρεις μόνο εσύ βάζοντας το δικό σου τέλος γιατί η δικιά μας ιστορία είναι μια ιστορία χωρίς
ΤΕΛΟΣ

Μαραγκουδάκη Δέσποινα

Μια κίτρινη ομπρέλα


Κάποτε συνάντησα
  δυο ερωτευμένους.
Κρατούσαν μια κίτρινη ομπρέλα, κι έμεναν ακίνητοι στη μέση του δρόμου.
Κάποιοι είπαν ότι δεν σταμάτησαν να φιλιούνται.
Κάποιοι είπαν ότι έγιναν εξώφυλλο σε free press
Και κάποιοι άλλοι ότι χώρισαν .
Τι σημασία έχει τι απέγιναν ;
Τώρα περνώ  έξω από ένα μαγαζί με ομπρέλες, και στη βιτρίνα φιγουράρει μια κίτρινη ομπρέλα.
Κοστίζει ένα 1 ευρώ.
Κάτω από μια ομπρέλα που δεν κοστίζει τίποτα, ποιό μπορεί να είναι το κόστος ενός έρωτα;
Κρατώ την κίτρινη ομπρέλα μου κλειστή.
Αρχίζει και βρέχει, μυρίζει Φθινόπωρο,
Δεν ανοίγω την ομπρέλα, δεν υπάρχει τίποτα να προστατέψω, βρέχομαι…
Όλα είναι τόσο ωραία κάτω από την βροχή, περπατώ χωρίς προορισμό…
"Δεσποινίς ξεχάσατε την ομπρέλα σας", ακούγεται μια φωνή
Δεν την χρειάζομαι έχω εμένα.
Μαραγκουδάκη Δέσποινα

Έχω Χαθεί

       
                             
Εκεί που χρόνος δεν υπάρχει
Βρίσκομαι στη μέση του πουθενά,
Φοράω μωβ φόρεμα, έως το γόνατο
Είμαι ξυπόλητη
Τα μαλλιά μου είναι λυτά,
Γυρίζω πίσω, δρόμος δεν υπάρχει
Δεν νιώθω φόβο
Δεν νιώθω μοναξιά
Δεν νιώθω λύπη
Δεν αισθάνομαι
Έχω χαθεί
Ψάχνω να με βρω
Έχω χαθεί
Δεν φωνάζω, δεν ζητάω βοήθεια.
Μένω σε απόλυτη ακινησία
Όλα γύρω μου κυλούν σε πραγματικό χρόνο.
Βρίσκομαι στη μέση…
Έχω χαθεί…
Αν με βρεις βάλε το δικό σου τέλος
γιατί η δικιά μας ιστορία είναι μια ιστορία χωρίς
  
                                          ΤΕΛΟΣ

Μαραγκουδάκη Δέσποινα

Ποτήρι Ποτηράκι

Ποτήρι ποτηράκι
Γεμάτο με νεράκι
Διψάει το αγοράκι.
Ποτήρι ποτηράκι
Γεμάτο με κρασάκι
Να φτιάχνεις κεφαλάκι.
Ποτήρι ποτηράκι
Γεμάτο κραγιονάκι
Φιλιά στο κοριτσάκι.
Ποτήρι ποτηράκι
Γεμάτο με μπυράκι
Φουσκώνει το κοιλάκι.
Ποτήρι ποτηράκι
Γεμάτο γαλατάκι
Να πίνει το μωράκι.
 Ποτήρι ποτηράκι
Γκρινιάζει το μωράκι
Μου τα έπρηξες λιγάκι.
Ποτήρι ποτηράκι
Πάω στο μπαράκι
Με άλλο κοριτσάκι.
Ποτήρι ποτηράκι
Μόνη στο μπαλκονάκι
Πέφτει αστερακι.
 Ποτήρι ποτηράκι
Άδειο κρεβατάκι
Ρίχνει το μωράκι από το μπαλκονάκι
Άδειο στο τραπεζάκι
Ραγίζει το γυαλάκι
Ποτήρι ποτηράκι…



Δέσποινα Μαραγκουδάκη

<< Το Κουτάλι >>

                                            

Εκεί που χρόνος δεν υπάρχει,
  Βρίσκεται,
 Στο παιδικό δωμάτιο βουτηγμένο στην μερέντα.
Στην ξύλινη σκαλιστή συρταρίερα της γιαγιάς δροσίζεται μέσα  στην βανίλια.
Στο μπαλκόνι  λιώνει μέσα στο παγωτό φράουλα.
Στην κρεβατοκάμαρα ιδρώνει  πλάι στο σιρόπι για το λαιμό.
Στην τραπεζαρία  φουντώνει μέσα στην  καυτή κινέζικη σούπα.
Στο σαλόνι χαλαρώνει μέσα στην πανακότα.
Στο ψυγείο μουχλιάζει μέσα στα χθεσινά φασολάκια.
Πάντα εκεί, με της τέλειες γραμμές, με την καμπύλη που χαρίζει ευχαρίστηση και αρμονία.
Με το ελαφρύ βάρος ανάμεσα στα δάχτυλα, έτοιμο να σου χαρίσει απόλαυση και θρέψη.
Προορισμένο για ένα σκοπό:      << Nα γεμίζει το κενό >>.
Μιαν ημέρα, μια οποιαδήποτε ημέρα, το κουτάλι μίλησε, μίλησε μέσα από την βαθιά κούραση της αποστολής του, και είπε:
   << Γεμίζεις τα κενά σου τρέφοντας μόνο την σάρκα σου>> .
Τότε ήταν που για πρώτη φορά έκανε ελεύθερη πτώση, χωρίς αλεξίπτωτο, στριφογυρνώντας μια φόρα και ενώ κατευθυνόταν προς τη γη, πέρασαν από μπροστά του όλες οι ωραίες στιγμές της ζωής του.
Από το μικρό παιδικό χεράκι που του έσφιγγε το λαιμό,
το τριχωτό χέρι του μπαμπά που κούρνιαζε μέσα του,
το τρυφερό χέρι της μαμάς που μύριζε φρεσκοβαμμένο μανό,
και το ροζιασμένο χέρι της γιαγιάς που το έκανε να τρέμει.
      Ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος,( στην προσπάθεια του να ισορροπήσει πάνω στη γη) ακολούθησαν μικροί ήχοι της κίνησης.
 Ακινησία και σιωπή.
Μια μικρή ρωγμή φάνηκε στο λευκό –γκρι πλακάκι

Που να  βρίσκεται τώρα το κουτάλι που μιλούσε;
Το ξέρεις μόνο εσύ βάζοντας το δικό σου τέλος γιατί η δικιά μας ιστορία είναι μια ιστορία χωρίς

                                                                 ΤΕΛΟΣ
Δέσποινα Μαραγκουδάκη

ΠΙΑΤΟ ΒΑΘΥ


Εκεί που χρόνος δεν υπάρχει,
Υπήρχε ένα πιάτο, λευκό, πορσελάνινο, μοναδικό.
Κάθε μέρα περίμενε στο τραπέζι κάποιον να το γεμίσει και κάποιον να το αδειάσει.
Και έτσι και γινόταν, κάθε μέρα και διαφορετικός, το γέμιζε με υποσχέσεις, με όρκους, με όνειρα, με λόγια, λόγια, λόγια.
Άλλα με δυο γερές κουταλιές όλα άδειαζαν.
Ξέπλεναν τα υπολείμματα, το σκούπιζαν, το γυάλιζαν και το ξανάβαζαν στο τραπέζι.
Το πιάτο περίμενε τον επόμενο, και τον επόμενο, και τον επόμενο.
Γέμιζε και άδειαζε… Γέμιζε και άδειαζε…
Όμως πότε μέχρι σήμερα δεν γέμισε με θρεπτική αγάπη.
Ανήμπορο να μετακινηθεί, περίμενε να σπάσει.
Ήταν όμως από ακριβή και σπάνια πορσελάνη φερμένη από χώρες εξωτικές.
Όσες φορές και αν  το κουτάλι χτυπούσε βίαια μέσα του, το πιάτο άντεχε, τα βαριά του χτυπήματα.
Ποιος να αδειάζει αυτήν την στιγμή το βαθύ πιάτο;
Το ξέρεις μόνο εσύ που το χρησιμοποίησες κάποτε…


ΥΣ
Τι διαλέγεις να γεμίσεις το δικό σου βαθύ πιάτο;
Και πόσο εύκολά το αδειάζεις;


Μαραγκουδάκη Δέσποινα

Η ιπτάμενη κάλτσα


Εκεί που χρόνος δεν υπάρχει  βρίσκονταν το μικροσκοπικό σπιτάκι του Αγ. Βασίλη με την μεγάλη καρδιά. 
Ξύπνησε πρωί, πρωί άρχισε να φοράει βιαστικά τα κόκκινα ρουχαλάκια του.
Μα όταν έφτασε να βάλει τις κόκκινες καλτσούλες του, έβρισκε μονό την αριστερή.
Ψαχούλεψε με το ροζουλί χεράκι του κάτω από το κρεβάτι, πουθενά, η δεξιά κόκκινη καλτσούλα άφαντη,
Έψαχνε ο παχουλούλης φίλος μας έψαχνε αλλά η ώρα περνούσε το ρολόι του χτύπησε 12 παρα. Τα ελάφια αρχισαν να ζεσταίνουν τα ποδιά τους.
Και ξαφνικά γύρω από τα κερατάκια τους είδαν την δεξιά κόκκινη κάλτσα  να πετάει γύρω τους.
Ο Αγ. Βασίλης άκουσε την ανησυχία των ελαφιών και κοίταξε από το παράθυρο έτρεξε προς τα ελάφια με το δεξί του ποδαράκι γυμνό, ούπς… γλίστρησε στο χιόνι, το κόκκινο κωλαράκι του άφησε το ίχνος του στο χιόνι.
Η κάλτσα συνέχισε να πετάει να στριφογυρίζει, και να ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό.
Ο Αγ. Βασίλης χοροπηδούσε να την πιάσει, μάταια άρχιζαν να ξυλιάζουν τα δαχτυλάκια του δεξιού ποδιού του, έτρεξε μέσα στο σπιτάκι του, και κόλλησε την μύτη του στο τζάμι, έβλεπε την κάλτσα του να πετάει στον ουρανό και να χάνεται.
Η ώρα πέρασε τα δώρα δεν μοιράστηκαν φέτος, ο Αγ. Βασίλης έμεινε χωρίς κάλτσα
Και η κάλτσα που κατέληξε; Αλλά και πως έφτασε να πετάει μόνη της στον ουρανό; Αυτό το ξέρεις μόνο εσύ δίνοντας το δικό σου τέλος γιατί η δικιά μας ιστορία είναι μια ιστορία χωρίς
                                            ΤΕΛΟΣ



ΥΣ. Κάποιοι που είδαν την κάλτσα να προσγειώνεται στη Ελλάδα είπαν ότι είδαν μέσα από την κάλτσα να ξεπροβάλει   μια μύγα, μια Χριστουγεννομυγα.

Χριστούγεννα 2013

Μαραγκουδάκη Δέσποινα

Πινόκιο και …



-          Πινόκιο σήκωσε το χεράκι σου
-          Έτσι?
-          Μπράβο, σήκωσε τώρα το άλλο χεράκι.
-          Έτσι?
-          Μπράβο πολύ ωραίο. Κούνησε  τώρα το ποδαράκια σου.
-          Έτσι?
-          Μπράβο πολύ ωραία, και το άλλο ποδαράκι.
-          Έτσι?
-          Τέλεια είσαι το καλύτερο παιδάκι στο κόσμο. Κάνε ένα βήμα μπροστά.
-          Έτσι?
-          Τέλεια , και το άλλο ποδαράκι.
-          Έτσι?
-          Μπράβο, άρχισε να περπατάς μπράβο, μπράβο.
-          Τώρα πες, << σε αγαπώ μανούλα >>.
-          Έτσι?
-          Όχι το ποδαράκι, πες <<σε αγαπώ μανούλα>>.
-          Έτσι?
-          Όχι το ποδαράκι, μην περπατάς, που πας, πες σε αγαπώ μανούλα.
-          Έτσι?
-          Έλα εδώ που πας, Πινόκιο, Πινόκιο, που πας?
-          Σε αγαπάωωωωω μανούλααααααααααα
Ακόστηκε από πολύ μακριά και η μύτη του Πινόκιο μεγάλωσε 10 εκατοστά.

Δέσποινα Μαραγκουδάκη

Το ψέμα


Σειρά Διαλόγων
                     
              

-          Ξύπνησες?
-          Ναι γιατί?
-          Ήθελα να σε ρωτήσω κάτι.
-          Τι?
-          Με αγαπάς?
-          Πάλι τα ίδια?  Αφού το ξέρεις.
-          Και γιατί δεν μου το λες.
-          Στο λέω.
-          Ε άντε πες το.
-          Με κούρασες.
-          Γιατί δεν το λες?
-          Τι να σου πω?
-          Ότι με αγαπάς?
-          Στο έχω πει τόσες φορές.
-          Και μια ακόμη.
-          Ορίστε σε αγαπώ, ευχαριστήθηκες.
-          Ψέματα λες…

Μαραγκουδάκη Δέσποινα

Σειρά διαλόγων




Μητέρα 35 χρονών και Γιος 7 χρονών

-          Λοιπόν θα φύγω
-          Ωραία, για πού?
-          Μακριά από αυτό το σπίτι.
-          Ναι, ωραία θα πας σε άλλο σπίτι
-          Όχι θα πάω στην Κρήτη.
-          Ααα πολύ ωραία, έχω φίλους στην Κρήτη
-          Μαμά δεν γίνεται να έρθεις θα πάω μόνος.
-          Ααα πολύ ωραία. Και γιατί στην Κρήτη?
-          Γιατί εκεί έχει πάντα ζέστη.
-          Ε όχι και πάντα. Θα έρχομαι να σε βλέπω όπως και να έχει.
-          Ε τότε δεν θα πάω στην Κρήτη.
-          Και που θα πας?
-          Θα βρω ένα << Ενοικιάζεται>>  και θα πάω μείνω.
-          Ααα πολύ ωραία ε, εκεί θα έρχομαι να σε βλέπω.
-           Όχι δεν θα έρχεσαι.
-          Γιατί?
-          Γιατί δεν θα μπορείς να με βρεις.
-          Δεν θα μου πεις που θα μένεις?
-          Όχι και στο κουδούνι θα γράψω,
                          <<  Εδώ δεν μένει Κανείς>>.

Δέσποινα Μαραγκουδάκη

<< Ο Τοίχος>>


Σειρά διαλόγων            



-          Έλα μαζί μου
-          Γιατί?
-          Θα δεις.
-          Τι θα κάνεις?
-          Θέλω να πάμε κάπου, έλα μαζί μου.
-          Πού?
-          Θα δεις.
-          Καλά πάμε.
-          Έλα πιο γρήγορα.
-          Δεν μπορώ είμαι κουρασμένη.
-          Έλα βιάσου.
-          Δεν μπορώ πιο γρήγορα.
-          Έλα τρέξε.
-          Εεεε τι κάνεις.
-          Έλα πιο γρήγορα
-          Μην με τράβας, σταμάτα
-          Έλα σχεδόν φτάσαμε.
-          Επιτέλους.
-          Φτάσαμε.
-          Φτάσαμε?
-          Ναι φτάσαμε.
-          Εδώ?
-          …..
-          Εδώ είναι αδιέξοδο, εδώ υπάρχει μονάχα ένας τοίχος?
-          …….
-          Δεν μιλάς?
-          ……….
-          Δεν μιλάς? Μίλα, πες κάτι οτιδήποτε, μίλα.
-          Σςςςςς.
-          Γιατί?
-          Σςςςςςςςςςς!!!!!
-          Τι κάνεις?
-          Σςςςςςςςςςςςςςςςςςςςς!!!!! ΒΟΥΛΩΣΤΟ!!!
-          Τι σε έπιασε?
-          Ακού.
-          Τι?
-          Τον ΤΟΙΧΟ…

Δέσποινα Μαραγκουδάκη

<< 4 παγάκια πέφτουν σε κρυστάλλινο ποτήρι >>



Διάλογος σε αυτήν την πόλη που η ιστορίες δεν έχουν τέλος.

-          Μου φέρνεις ένα ποτήρι με παγάκια
-          Ναι αμέσως…. ( μετά από λίγο), Ααα δεν έχουμε , θες νερό παγωμένο?
-          Όχι , παγάκια θέλω
-          Να βάλω τώρα.
-          Βάλε
(Μετά από 10 ώρες)
-Έτοιμα τα παγάκια ,ορίστε.
- Τι είναι αυτά?
- Τα παγάκια. Τα παγάκια που ζήτησες.
-Α ναι τα παγάκια.
-Έλα πάρτα.  Τι τα θες?
-Δεν τα θέλω. Τώρα που τα έφερες δεν τα θέλω, μετά από δέκα ώρες ΔΕΝ ΤΑ ΘΕΛΩ.
- Τι τα ήθελες?
- ΤΙ ΤΑ ΗΘΕΛΑ….. να τα ενώσω να φτιάξω μια παγωμένη σκάλα να ανέβω πάνω στον κρυστάλλινο πύργο, να συναντήσω τη νεράιδα του χιονιού, να τις ψιθυρίσω ένα μυστικό, να κολυμπήσω στην παγωμένη λίμνη του ουρανού, να βρω το κρυστάλλινο σύννεφο, να σου φτιάξω ένα στέμμα από σταλακτίτες, να στο φορέσω στο κεφάλι να σε δροσίζει όταν έχει ζέστη όπως σήμερα.
Αλλά τώρα πάει πέρασε, τέλειωσε…
-          Άκου βρέχει.
-          Βρέχει.
-          Ναι βρέχει, έλα να δεις.
(Ανοίγει το ψυγείο).
-          Μέσα στο ψυγείο?
-          Ναι βρέχει παγάκια….
-          -Βρέχει παγάκια….
            Πως συνεχίζει αυτή η σχέση το ξέρεις μόνο εσύ,
 βάζοντας το δικό σου τέλος
αφού η δικιά μας ιστορία είναι μια ιστορία χωρίς
                                                                              ΤΕΛΟΣ

Δέσποινα Μαραγκουδάκη

" 3 ήλιοι "



Εκεί που χρόνος δεν υπάρχει,
Αν υπήρχαν τρεις ήλιοι, ένας λευκός ένας μαύρος και ένας κίτρινος, όλα θα ήταν αλλιώς.
Η μέρα θα ήταν πιο φωτεινή
Η νύχτα θα ήταν πιο σκοτεινή
Τα όνειρα μου θα ήταν λεύκα
Αν υπήρχαν τρεις ήλιοι, ένας λευκός ένας μαύρος και ένας κίτρινος, όλα θα ήταν αλλιώς
Το μωρό θα γεννιόταν, στο λευκό φως.
Θα μεγάλωνε ακολουθώντας τα σκοτεινά μονοπάτια
Θα γερνούσε κοιτώντας τον ήλιο.
Αν υπήρχαν τρεις ήλιοι, ένας λευκός ένας μαύρος και ένας κίτρινος, όλα θα ήταν αλλιώς.
Το πιρούνι θα ζούσε μαζί με το κουτάλι
 Το κουτάλι θα ζούσε μαζί με το μαχαίρι
Το μαχαίρι δεν θα ζούσε με κανέναν.
Αν υπήρχαν τρεις ήλιοι, ένας λευκός ένας μαύρος και ένας κίτρινος, όλα θα ήταν αλλιώς
Ο σκύλος θα σταματούσε να γαβγίζει την νύχτα.
Η γάτα θα φορούσε γυαλιά για να βλέπει καλύτερα.
Το ποντίκι θα ξύριζε το μουστάκι του.
Αν υπήρχαν τρεις ήλιοι, ένας λευκός ένας μαύρος και ένας κίτρινος, όλα θα ήταν αλλιώς
Θα υπήρχα εγώ.
Θα υπήρχες εσύ.
Θα υπήρχε και ο άλλος.
Υπάρχει όμως μονάχα ένας Ήλιος.
Τι να προλάβει να φωτίσει;
Τι να προλάβει να αλλάξει;
Τι να προλάβει να κρύψει;
Αυτά τα ξέρεις μόνο εσύ βάζοντας το δικό σου τέλος, γιατί η δικιά μας ιστορία είναι μια ιστορία χωρίς
                                                                                   ΤΕΛΟΣ

Υ.Σ ευχαριστώ τον μικρό Παντελή για τους τρεις ήλιους.
(Η σκέψη του συναντάει τον Μουρακάμι με τα δύο φεγγάρια).

Δέσποινα Μαραγκουδάκη

Τα μανταλάκια



Εκεί που χρόνος δεν υπάρχει.
Κάποτε είχα γράψει μια ιστορία για τρία μανταλάκια,
Μα δεν τη θυμάμαι πια.
Ψάχνω στα σημειωματάρια, στα παλιά ημερολόγια, ναι κάπου εδώ την έχω γράψει, σε εκείνο το καφέ τετράδιο.
Όχι, μονάχα παλιές  σημειώσεις.
Ναι εδώ στο μικρό πράσινο μπλοκάκι με τον ελέφαντα. 
Όχι μονάχα παλιά τηλέφωνα. Ποιοι είναι όλοι αυτοί;   Κανέναν δεν θυμάμαι.
Και αν τους τηλεφωνούσα;
<<Ναι γεια σας είμαι αυτή που δεν σας θυμάται. Εσείς θυμάστε ποιος είστε>>;
Να, σε εκείνα τα κομμένα χαρτιά στο ρόζ φάκελο.
Όχι μονάχα παλιές       ……………………………………………

Ο υπολογιστής κόλλησε, την στιγμή που προσπαθούσα να θυμηθώ
.
Κάτι με διώχνει μακριά από αυτήν την παλιά ιστορία που κανένας δεν θα θυμηθεί.
Κοιτάζω έξω από το παράθυρο χρωματιστά μανταλάκια κρατούν τα λευκά πουκάμισα μιας Τρικυμίας.
Ανεμίζουν ο καιρός αίθριος.
Νομίζω δεν χρειάζεται τίποτα άλλο να πω 
Εσύ μπορείς να βάλεις το δικό σου τέλος αφού η δικιά μας ιστορία είναι μια ιστορία χωρίς                               
                                                            ΤΕΛΟΣ

Δέσποινα Μαραγκουδάκη

Το δικό μου κάστρο


                                       

Εκεί που χρόνος δεν υπάρχει
Ένα κοριτσάκι φορώντας το κόκκινο φουστανάκι του τριγυρίζει σε δρόμους ανοιχτούς, σε δρόμους ελευθέρους.
Τριγυρίζει αναζητώντας ένα κάστρο , ένα παλάτι με 3000 δωμάτια.
Είχε ακούσει για αυτό το κάστρο πριν ακόμα γεννηθεί.
Και τώρα που έμαθε να περπατάει και να στέκεται στα πόδια της ξεκίνησε για να το ανακαλύψει.
Οι δρόμοι ανοίγονται μπροστά της σε ευθείες, παράλληλες.
 Γύρω της απλώνεται η αύρα της μοναξιάς.
Φαντάζεται το κάστρο της. Θα είναι ψηλό θα φτάνει μέχρι τον ουρανό.
Θα είναι μακρόστενο με μεγάλους διαδρόμους.
Η κρεβατοκάμαρα θα είναι θεόρατη, το κρεβάτι μαλακό και ζεστό.
Αραχνοΰφαντες κουρτίνες θα κρέμονται από τα παράθυρα και το φως του φεγγαριού θα φωτίζει το πρόσωπο της.
Ένα μεγάλο τραπέζι με λαμπερά σερβίτσια σε μια από της τραπεζαρίες με κάθε λογής λιχουδιές.
Τζάκια  αναμμένα σε κάθε δωμάτιο.
Στρωμένα χαλιά με λαμπερά χρώματα.
Πίνακες στους τοίχους από μεγάλους ζωγράφους, πορτρέτα βασιλιάδων και νεαρών δεσποινίδων.
Το δωμάτιο του τσαγιού και της καυτής σοκολάτας, το δωμάτιο των παραμυθιών και των μύθων.
Το δωμάτιο της σκέψης και το δωμάτιο της αγάπης.
Και ένα σωρό άλλα που κάνεις δεν έχει ονειρευτεί ακόμα.
Όμως το κοριτσάκι περπατούσε και φαντάζονταν την στιγμή που θα βρισκότανε μπροστά στο πολυπόθητο κάστρο της.
     Και να σαν να άκουγε τον ήχο της θάλασσας ήταν κοντά πολύ κοντά.
 Να εκεί πίσω από τα σύννεφα, το όνειρο της γινότανε πραγματικότητα.
Γύρω από το κάστρο νερό, τα κύματα χαϊδεύουν τον διάδρομο που σε οδηγεί στην μεγάλη πύλη.
Το κοριτσάκι φτάνει στην είσοδο, μα η πύλη είναι μεγάλη και βαριά.
Δεν μπορεί να την ανοίξει.
Βάζει όλη της τη δύναμη, σπρώχνει και τα δάκρυα τρέχουν από τα μάτια της, φουσκώνουν τα κύματα, σπρώχνει χτυπάει,οι γροθιές της ματώνουν.                                Σιωπή.
Το κάστρο ακατοίκητο ψυχή δεν ζει μέσα στα κάστρα εδώ και πολλά ,πολλά χρόνια.
Μα το κοριτσάκι δεν το ήξερε.
Ακούγεται μια μελώδια. Άρπα  ο ήχος από μια άρπα.
Γυρίζει την πλάτης της στο κάστρο.
Σε έναν κόκκινο κύκλο ένας μουσικός αφηγείται ιστορίες.
Να μια αγαπημένη στιγμή σκέφτεται.
Ένα κύμα περνάει από πάνω της χάνεται …
Για πού;
To ξέρεις μόνο εσύ βάζοντας το δικό σου τέλος γιατί η δικιά μας ιστορία είναι μια ιστορία χωρίς
                                                           ΤΕΛΟΣ
Δέσποινα Μαραγκουδάκη